Παρασκευή, 20 Απριλίου 2012

Υπερλιπιδαιμίες

Επιμέλεια:
Ιωάννης Σουπιός
Κλινικός Διαιτολόγος - Διατροφολόγος
Αντιπρόεδρος Ινστιτούτου Διατροφικών Μελετών & Ερευνών (Ι.Δ.Μ.Ε.)



Υπερλιπιδαιμία (ΥΛΠ) είναι η κατάσταση εκείνη κατά την οποία αυξάνονται ένα ή περισσότερα λιπιδικά κλάσματα στο αίμα.
Στα λιπίδια του αίματος περιλαμβάνονται:
1.Η χοληστερόλη
2.Τα τριγλυκερίδια 
3.Τα φωσφολιπίδια
Η μεταφορά των λιπιδίων στο αίμα επιτυγχάνεται με τη σύνδεσή τους με υδρόφιλες πρωτεΐνες. Το σύμπλεγμα των λιπιδίων με τις πρωτεΐνες ονομάζεται λιποπρωτείνη. Βάσει της ηλεκτροφόρησης και υπερφυγοκέντρησης διακρίνονται σε 4 κατηγορίες:
1.α-λιποπρωτείνες ή υψηλής πυκνότητας (HDL ή καλή χοληστερόλη). Μεταφέρουν την χοληστερόλη από την περιφέρεια στο ήπαρ με αποτέλεσμα τον καθαρισμό των αγγείων από την χοληστερόλη γι' αυτό συνηθίζεται να λέγεται καλή χοληστερόλη
2.προ-β-λιποπρωτείνες ή πολύ χαμηλής πυκνότητας (VLDL)
3.β-λιποπρωτείνες ή χαμηλής πυκνότητας (LDL ή κακή χοληστερόλη). Μεταφέρουν την χοληστερίνη από το ήπαρ στην περιφέρεια με αποτέλεσμα τη συσσώρευση της στα αγγεία γι' αυτό συνηθίζεται να λέγεται κακή χοληστερόλη.4.χυλομικρά
Η εργαστηριακή διάγνωση των λιποπρωτεινών γίνεται με συνδυασμό μεθόδων. Οι πιο χρήσιμες είναι ο προσδιορισμός των τριγλυκεριδίων, της χοληστερόλης, της HDL και της LDL-χοληστερόλης.

Μετρήσεις
Οι μετρήσεις των λιπιδίων δεν θα πρέπει να γίνονται στην διάρκεια οξείας νόσησης ή σε περιόδους απώλειας σωματικού βάρους, διότι αμφότερες οι καταστάσεις αυτές ενδέχεται να μειώνουν τις τιμές των λιπιδίων ή στην διάρκεια εγκυμοσύνης, στην οποία οι τιμές είναι αυξημένες. Τα επίπεδα της LDL και της HDL μπορεί να μειωθούν επί διάστημα έως 12 εβδομάδων, μετά από έμφραγμα μυοκαρδίου ή άλλο σοβαρό τραυματισμό. Η αναβολή του οριστικού προσδιορισμού για 4 έως 6 εβδομάδες μετά το έμφραγμα είναι συνηθισμένη, αλλά μετρήσεις που γίνονται μέσα σε 24 ώρες από την εισαγωγή στο νοσοκομείο, μπορεί να χρησιμοποιηθούν για την εκτίμηση της ανάγκης φαρμακευτικής θεραπείας πριν από την έξοδο από το νοσοκομείο.


Ταξινόμηση των λιποπρωτεινών

 Οι υπερλιποπρωτεϊναιμίες διακρίνονται σε πρωτογενείς και δευτερογενείς. Οι πρωτογενείς αποτελούν νοσήματα που κληρονομούνται. Οι δευτερογενείς υπερλιποπρωτεϊναιμίες αποδίδονται σε διαταραχές του μεταβολισμού που οφείλονται σε γνωστά νοσήματα ή σύνδρομα.

ΠΡΩΤΟΓΕΝΕΙΣ ΔΥΣΛΙΠΙΔΑΙΜΙΕΣ
1.Οικογενής υπερχοληστερολαιμία 
1.α.Αυτόσομο επικρατούντα τύπο κληρονομικότητας 
1.β.Βλάβη στο γονίδιο για υποδοχέα LDL
2.Οικογενής συνδυασμένη υπερλιπιδαιμία
3.Πολυγονική υπερχοληστερολαιμία
4.Οικογενής υπερ-αποβήτα-λιποπρωτεϊναιμία

ΔΕΥΤΕΡΟΓΕΝΕΙΣ ΔΥΣΛΙΠΙΔΑΙΜΙΕΣ
1.Σακχαρώδης Διαβήτης
2.Νεφρωσικό σύνδρομο
3.Υποθυρεοειδισμός
4.Χρόνια νεφρική ανεπάρκεια
5.Χολοστατικές ηπατοπάθειες (Πρωτοπαθής Χολική Κίρρωση: Λιποπρωτεΐνη Χ, Ξανθελάσματα)
6.Κάπνισμα ( μειώνει την HDL)
7.Παχυσαρκία
8.Φάρμακα (θειαζίδες, β-αναστολείς, οιστρογόνα, κλοζαπίνη, ολανζαπίνη

Συγκεντρώσεις των λιπιδίων στον ορό

Οι συγκεντρώσεις των διαφόρων λιπιδίων στον ορό του αίματος κυμαίνονται μέσα σε ευρέα όρια και εξαρτώνται από φυλετικούς παράγοντες, από το είδος και ποσό της διατροφής, το φύλο, την ηλικία και άλλα. Λόγω της μεγάλης αυτής διακυμάνσεως των τιμών δεν είναι εφικτός ο καθορισμός μιας διαχωριστικής γραμμής μεταξύ φυσιολογικών και παθολογικών συγκεντρώσεων ενός λιπιδίου. Πολλές επιδημιολογικές μελέτες δείχνουν την ύπαρξη αυξημένου κίνδυνου στεφανιαίας νόσου όταν είναι αυξημένα τα επίπεδα χοληστερίνης, τριγλυκεριδίων και LDL χοληστερόλης, καθώς επίσης όταν υπάρχουν χαμηλά επίπεδα HDLχοληστερόλης.

Τι είναι ο αθηρωματικός δείκτης;

Αποτελεί κριτήριο που σχετίζεται με την πιθανότητα εμφάνισης στεφανιαίας νόσου. Προκύπτει από τη διαίρεση: ολική χοληστερόλη / HDL χοληστερόλη. Σύμφωνα με ορισμένες επιδημιολογικές μελέτες ιδανικές τιμές θεωρούνται κάτω από 3,5 και επικίνδυνες για τους άνδρες είναι εκείνες που υπερβαίνουν το 4,5.


Πως χωρίζονται οι υπερλιπιδαιμίες;


Υπερλιπρωτεϊναιμία τύπου I
Χαρακτηρίζεται από μεγάλη αύξηση των χυλομικρών. Η χοληστερόλη είναι φυσιολογική, ενώ τα τριγλυκερίδια είναι πολύ αυξημένα (συχνά υπερβαίνουν τα 1000 mg ). Τα συμπτώματα εμφανίζονται συχνά, αλλά όχι πάντα πριν από το 10 έτος της ηλικίας. Συνήθως παρατηρούνται έντονοι πόνοι στην κοιλιά. Το ήπαρ και ο σπλήνας είναι διογκωμένα. Στην οφθαλμοσκόπηση τα αγγεία φαίνονται κιτρινωπά. Ενίοτε εμφανίζεται οξεία παγκρεατίτιδα. Η νόσος κληρονομείται κατά τον υπολειπόμενο χαρακτήρα. Άλλα νοσήματα που δίδουν ανάλογη εργαστηριακή εικόνα (δευτερογενείς υπερλιπρωτεϊναιμίες) είναι ενίοτε ο απορυθμισμένος σακχαρώδης διαβήτης, ο υπερθυρεοειδισμός, οι παγκρεατίτιδες και η λήψη αντισυλληπτικών δισκίων.

Υπερλιποπρωτεϊναιμία τύπου ΙΙ
Διακρίνεται στους υποτύπους ΙΙα και ΙΙβ.
Ο τύπος ΙΙα χαρακτηρίζεται από μεγάλη αύξηση των LDL. Οι τιμές της χοληστερόλης του πλάσματος είναι υψηλές, αλλά τα τριγλυκερίδια φυσιολογικά. Η γενετική βλάβη που συνδυάζεται με αυτή την εικόνα είναι η οικογενής υπερχοληστερολαιμία, που κληρονομείται κατά τον αυτόσωμο επικρατούντα χαρακτήρα.
Ο τύπος ΙΙβ είναι σχετικά συχνός και χαρακτηρίζεται από αυξήσεις των LDL αλλά και των VLDL. Αυξάνουν τόσο η χοληστερόλη όσο και τα τριγλυκερίδια. Γενικότερα ο τύπος ΙΙ είναι ο πιο απειλητικός για την υγεία. Οι ομοζυγώτες παρουσιάζουν βαρύτερη και πρωιμότερη κλινική εικόνα σε σύγκριση προς τους ετεροζυγώτες. Έχουν περιγραφεί ομοζυγώτες που παρουσίασαν έμφραγμα του μυοκαρδίου στην παιδική ηλικία. Οι περισσότεροι από τους ομοζυγώτες δεν επιζούν μετά το 40ό έτος της ηλικίας. Οι ετεροζυγώτες εμφανίζουν συνήθως στηθάγχη ή έμφραγμα μεταξύ της ηλικίας 30 και 60 ετών. Σε αρκετές περιπτώσεις (προπαντός στους ομοζυγώτες), παρατηρούνται ξανθώματα (ορατές διογκώσεις που οφείλονται σε εναπόθεση λίπους στους τένοντες ιδίως τους αχίλλειους αλλά και στις εκτατικές επιφάνειες των χεριών των γονάτων και των αγκώνων). Συχνά παρατηρείται γεροντότοξο ενώ σε άλλες περιπτώσεις εναποτίθεται λίπος στα βλέφαρα (ξανθελάσματα).  
Υπερλιποπρωτεϊναιμία τύπου ΙΙΙ
Η χοληστερόλη και τα τριγλυκερίδια αυξάνουν περίπου ισόποσα. Σχετικώς σπάνια.

Υπερλιποπρωτεϊναιμία τύπου IV
Στον τύπο συμπεριλαμβάνεται η οικογενής συνδυασμένη υπερλιποπρωτεϊναιμία, και οι ελαφρότερες μορφές της οικογενούς υπερτριγλυκεριδαιμίας. Δευτερογενώς παρατηρείται συχνά στο διαβήτη, στη νεφρική ανεπάρκεια, στο νεφρωσικό σύνδρομο, σε λήψη οιστρογόνων, αντισυλληπτικών δισκίων, στον υποθυρεοειδισμό κλπ. Είναι αρκετά συχνή κατάσταση. Αφορά συνήθως άτομα μέσης ή μεγαλύτερης ηλικίας παχύσαρκα, που εμφανίζουν συχνά διαβήτη ή απλώς ελαττωμένη ανοχή στη γλυκόζη και υπερουριχαιμία.
Η διατροφή με πολλούς υδατάνθρακες καθώς και η λήψη οινοπνεύματος επιδεινώνουν την υπερτριγλυκεριδαιμία.

Υπερλιποπρωτεϊναιμία τύπου V
Σπάνια κατάσταση. Χαρακτηρίζεται από μεγάλη αύξηση χυλομικρών και VLDL. Αυξάνουν τόσο η χοληστερόλη όσο και τα τριγλυκερίδια. Χειροτερεύει με διατροφή πλούσια σε λίπος. αλλά και σε υδατάνθρακες. Τα συμπτώματα ποικίλλουν (κοιλιακοί πόνοι, παγκρεατίτιδα ηπατοσπληνομεγαλία, παχυσαρκία, διαβήτης κλπ).


Στην καθ’ ημέρα πράξη συναντάμε τις κατωτέρω Υπερλιπιδαιμίες


Οικογενής συνδυασμένη υπερλιπιδαιμία

Η κατάσταση αυτή μνημονεύθηκε παρά πάνω. Αποτελεί μια σχετικά συχνή κατάσταση. Περίπου το ήμισυ των συγγενών α βαθμού ενός προσβεβλημένου ατόμου παρουσιάζει κάποιας μορφής υπερλιπιδαιμία. Οι συγκεντρώσεις των λιπιδίων του ορού ποικίλλουν μεταξύ των ατόμων που έχουν προσβληθεί μέσα στην ίδια οικογένεια, αλλά ακόμη και στο ίδιο άτομο σε διαφορετικές χρονικές στιγμές. Υπάρχει επιρρέπεια για πρώιμη αθηροσκλήρωση και στεφανιαία νόσο. Σε ορισμένους ασθενείς προέχει το στοιχείο της υπερτριγλυκεριδαιμίας, σε άλλους της υπερχοληστεριναιμίας και σε άλλους αμφότερα συνυπάρχουν.

Οικογενής υπερχοληστερολαιμία

Κληρονομείται κατά τον αυτόσωμο επικρατούντα χαρακτήρα. Η ετερόζυγη μορφή της οικογενούς υπερχοληστεριναιμίας είναι συχνή γενετική νόσος, με συχνότητα εμφάνισης 1:500. Η ομόζυγη μορφή αντίθετα εμφανίζεται με μικρότερη συχνότητα της τάξης του 1:1.000.000. Για να εμφανισθεί η ομόζυγη μορφή πρέπει και οι δύο γονείς να πάσχουν από ετερόζυγη οικογενή υπερχοληστεριναιμία. Η κλινική εκδήλωση της οικογενούς υπερχοληστεριναιμίας είναι η στεφανιαία νόσος.